Lexis Rex Home

Greek Vocabulary: Groceries



English Greek
 
groceries ψώνια
food τροφή
soft drink αναψυκτικό
herb μυρωδικό
spice καρύκευμα
biscuit μπισκότο
coffee καφές
tea τσάι
toothpaste οδοντόκρεμα
toilet paper χαρτί υγείας
disinfectant απολυμαντικό
detergent απορρυπαντικό
soap σαπούνι
shampoo σαμπουάν
magazine περιοδικό
newspaper εφημερίδα
medicine φάρμακο
vitamin βιταμίνη
insecticide εντομοκτόνο
stationery γραφική ύλη
tissue χαρτί
deodorant αποσμητικό
alcohol οινόπνευμα
beer μπίρα
wine κρασί

Learn
Flash CardsHangmanWord Search